COLIN FELTHAM*

Συμβουλευτική και Ψυχοθεραπεία

https://opencounselling.gr/wp-content/uploads/2021/12/floating_image_04.png
bt_bb_section_bottom_section_coverage_image
COLIN FELTHAM*

Τι είναι η Συμβουλευτική και η Ψυχοθεραπεία

Ορισμοί και Στόχοι

Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός, κοινής συναίνεσης ορισμός, είτε για τη Συμβουλευτική είτε για την Ψυχοθεραπεία, παρά τις πολλές προσπάθειες που έχουν γίνει προς αυτήν την κατεύθυνση τις τελευταίες δεκαετίες στη Βρετανία, τη Βόρειο Αμερική και αλλού. Για τους σκοπούς αυτού του βιβλίου, δίνεται ο παρακάτω προσωρινός ορισμός εργασίας:

Η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία είναι κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, μέθοδοι που βασίζονται στην ακρόαση και τη συζήτηση, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει κανείς ψυχολογικά και ψυχοσωματικά προβλήματα και αλλαγές, συμπεριλαμβανομένου του βαθύ και παρατεταμένου ανθρώπινου πόνου, περιστασιακών διλημμάτων, κρίσεων και αναγκών εξέλιξης, καθώς και φιλοδοξίες που στοχεύουν στη συνειδητοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Σε αντίθεση με τις βιοιατρικές προσεγγίσεις, οι ψυχολογικές θεραπείες λειτουργούν κατά κύριο λόγο χωρίς φάρμακα ή άλλες φυσικές παρεμβάσεις και δεν ασχολούνται απαραίτητα μόνο με τη ψυχική υγεία, αλλά και με την πνευματική, τη φιλοσοφική, την κοινωνική, καθώς και με άλλες πλευρές της ζωής. Οι επαγγελματικές μορφές συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας βασίζονται σε κανονική εκπαίδευση, που απαιτεί προσοχή στη σχετική θεωρία, στις εξελίξεις κλινικές και/ή μικρο-ικανοτήτων, στην προσωπική εξέλιξη/θεραπεία του εκπαιδευόμενου και στην εποπτευόμενη πρακτική εξάσκηση.

Ένας σύντομος, δοκιμαστικός ορισμός αυτού του είδους, δίνει κάποιες παρα-μέτρους, αλλά παραλείπει ν’ αναφερθεί στις πολλές, συχνά ανταγωνιστικές μεταξύ τους, σχολές θεραπείας, στα πεδία που εξασκούνται, καθώς και στα διάφορα επαγγέλματα (μερικές φορές ανταγωνιστικά μεταξύ τους), μέσω των οποίων εξασκούνται. Συζητήσεις γύρω από όλες αυτές τις αντι-κρουόμενες διεκδικήσεις μπορείτε να βρείτε στο Feltham (1995) και στους James και Palmer (1996). Το επιχείρημα που προωθούν οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου, είναι ότι η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία, παρά τις εν μέρει διαφορετικές ιστορικές ρίζες και συγγένειες, έχουν πολύ περισσότερα κοινά απ’ ό,τι σοβαρές και αποδεικτέες διαφορές και ότι οι θεραπευτές και το κοινό έχουν να κερδίσουν πολύ περισσότερο από την υπόθεση των κοινών τους στοιχείων, παρά από τις πλαστές και απειροελάχιστες διαφορές τους. Βεβαίως, οι θεραπευτές αυτού του κλάδου δουλεύουν με πολλά διαφορετικά είδη στόχων, καθένα από τα οποία μπορεί να απαιτεί τη χρήση κάπως διαφορετικών δεξιοτήτων, αλλά ελάχιστα πραγματικά έχει να κερδίσει κανείς από περαιτέρω αντιπαραθέσεις γύρω από επαγγελματικούς τίτλους και διακρίσεις.

https://opencounselling.gr/wp-content/uploads/2023/03/ti-einai-i-simvouleutiki-1.jpg

Η εξέλιξη της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής στο Ηνωμένο Βασίλειο

https://opencounselling.gr/wp-content/uploads/2023/03/ti-einai-i-simvouleutiki-3.jpg
https://opencounselling.gr/wp-content/uploads/2023/03/ti-einai-i-simvouleutiki-2.jpg

Ο Sigmund Freud ασχολείτο με την εξέλιξη της ψυχανάλυσης –που συχνά θεωρείται πρόγονος των περισσότερων από τις διάφορες σχολές που υπάρχουν σήμερα– στην Αυστρία, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Πριν από τον Freud, υπήρχαν βεβαίως πολλά είδη ψυχολογικά προσανατολιζομένων θεραπειών και πολλά από αυτά είχαν ήδη χρησιμοποιήσει την έννοια ενός ασυνείδητου. Ωστόσο, ο Freud σηματοδότησε την ιστορική στιγμη, κατά την οποία οι προηγούμενοι αιώνες θρησκευτικών, φιλοσοφικών και ψευδο-επιστημονικών θεωριών και μεθόδων (από την θρησκευτική ροπή προς τον σαμανισμό, τις θεραπείες ύπνου, τον μαγνητισμό, τον υπνωτισμό κλπ.) αμφισβητήθηκαν από σοβαρές φιλοδοξίες να καθιερωθεί η ψυχοθεραπεία ως επιστημονικός κλάδος. Η ψυχανάλυση αιωρείται παράξενα μεταξύ του να θεωρείται μία πρόκληση στη μέχρι τότε πίστη και λογική (Διαφωτισμός) και σαν από μόνη της μια καινούργια μεγαλειώδης ιστορία, ικανή να εξηγήσει λογικά όλα τα ψυχολογικά δεινά της ανθρωπότητας. Ο Freud κατατάσσεται συχνά (αν και όχι από όλους), μαζί με τον Δαρβίνο και τον Μαρξ, σαν ένας από τους πιο σημαντικούς επιστημονικούς στοχαστές της αυγής του 20ου αιώνα.

Η ψυχανάλυση κινήθηκε μέσα στην Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Η Διεθνής Ψυχαναλυτική Ένωση ιδρύθηκε το 1910 και η Βρετανική Ψυχαναλυτική Εταιρία το 1924. Η Βρετανική Ένωση Ψυχοθεραπευτών (αρχικά Ένωση Ψυχοθεραπευτών) ιδρύθηκε το 1951. Παρά τη μεγάλη δημόσια και ιατρική αντίδραση προς την ψυχανάλυση (που ήταν αρχικά ριζικά αντιπολιτιστική), το ενδιαφέρον και η υποστήριξη μεγάλωσε, εν μέρει εξαιτίας των δύο παγκοσμίων πολέμων και της αναζήτησης θεραπειών για το «σοκ των χειροβομβίδων» (τον πρόδρομο της Μετατραυματικής Διαταραχής Άγχους–PTSD), καθώς και για άλλα προβλήματα του στρατιωτικού κλάδου. Η ανησυχία γύρω από την σαϊεντολογία οδήγησε το 1971 στην Αναφορά Foster, που άφηνε υπόνοιες για την ψυχοθεραπεία και το 1978 στη δημοσίευση της Αναφοράς Sieghart, σχετικά με τις νομοθετικές ρυθμίσεις των ψυχοθεραπευτών. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, συνέδρια που διοργανώνονταν τακτικά στο Rugby (η οργάνωση ήταν της BAC), οδήγησαν κάποια στιγμή, το 1993, στη σύσταση αυτού που σήμερα ονομάζεται Συμβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου για την Ψυχοθεραπεία (UKCP). Η Βρετανική Συνομοσπονδία Ψυχοθεραπευτών (BCP), που αντιπροσωπεύει εκπαιδευτικά ινστιτούτα με αυστηρά ψυχαναλυτικές διασυνδέσεις (το UKCP είναι ένα ευρείας βάσης σώμα που περιλαμβάνει οργανώσεις-μέλη από ανθρωπιστικές, γνωστικές-συμπεριφορικές και άλλες σχολές) ιδρύθηκε το 1991.

Το να βρει κανείς τα ίχνη της εξέλιξης της συμβουλευτικής είναι πιο δύσκολο, αφού δεν υπάρχει μία και μοναδική κυρίαρχη μορφή, όπως ο Freud ή μία μονολιθική θεωρία σαν την ψυχανάλυση. Ο Hans Hoxter μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί μία ξεχωριστή μορφή, χάρη στο ρόλο που έπαιξε στη δημιουργία της κίνησης της συμβουλευτικής, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η μεταφορά αμερικανικών εκπαιδευτικών ιδεών στη Βρετανία. Συνήθως συμφωνούμε ότι τα πρώτα αμερικανικά προγράμματα καθοδήγησης και επαγγελματικού προσανατολισμού, καθώς και οι πρώτες οργανώσεις (για παράδειγμα το Γραφείο Επαγγελματικού Προσανατολισμού του Frank Parson στη Βοστώνη, το 1908), έθεσαν τα θεμέλια για την συμβουλευτική και η καθοδήγηση των νέων γενικά ήταν ένα δυνατό στοιχείο. Αυτό σίγουρα φαίνεται στην πρώιμη καριέρα του Carl Rogers, που είναι πιθανώς ο επικρατέστερος σαν «ιδρυτής» της (μη παρεμβατικής) συμβουλευτικής τη δεκαετία του 1940. Ένας άλλος «παίκτης» είναι ίσως ο Rollo May, που, επηρεασμένος από τον Alfred Adler, έγραψε αυτό που πολλοί θεωρούν ως το πρώτο κείμενο συμβουλευτικής, τη δεκαετία του 1920 (May, 1992). Στις ΗΠΑ, η συμβουλευτική συνδεόταν επίσης στενά στην αρχή με τη διαχείριση του προσωπικού και το χώρο εργασίας. Σε γενικές γραμμές, αληθεύει το ότι η συμβουλευτική έχει ιστορικές ρίζες στην πρακτική καθοδήγηση και σε θέματα επίλυσης προβλημάτων και συχνά είχε τη βάση της σε μία εταιρία και δε συνδεόταν με την κατ’ ιδίαν εξάσκηση. Ωστόσο, σήμερα χαρακτηρίζεται ως κατ’ εξοχήν ξεχωριστο από τη χορήγηση συμβουλών και ως κάτι που κυρίως προσφέρει μία λειτουργία διευκόλυνσης.

Στα πρωτογενή γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, περιλαμβάνονται η ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου Καθοδήγησης στο Γάμο το 1938, η εισαγωγή εκπαιδευτικών μεθόδων συμβουλευτικής από τις ΗΠΑ στα Πανεπιστήμια του reading και του Keele το 1966 (για να εξυπηρετηθούν οι ποιμαντορικές ανάγκες των φοιτητών) και η δημιουργία του Ποιμαντορικού Ιδρύματος του Γουεστμίνστερ το 1969. Η Διαρκής Σύνοδος για την Προώθηση της Συμβουλευτικής το 1970, οδήγησε στη δημιουργία της Βρετανικής Ένωσης Συμβουλευτικής (BAC) το 1977. Θα πρέπει να πούμε ότι τότε λάμβανε χώρα μεγάλο μέρος της αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτών των εξελίξεων και άλλων στην ψυχοθεραπεία και η εμφάνιση της ψυχοδυναμικής συμβουλευτικής, για παράδειγμα, αποδεικνύει την ύπαρξη αυτών των στενών δεσμών. Από καιρού εις καιρόν, υπήρξαν διαμάχες σε δημοσιεύσεις και συνελεύσεις σχετικά με την επίσημη ένωση συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας, λόγω της μετονομασίας, για παράδειγμα, της BAC σε Βρετανική Ένωση Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας.

Μαζί με αυτές τις εξελίξεις, θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε σχετικές εξελίξεις και αλλού. Με αρχικό του όνομα Ένωση Ιατρικών Λειτουργών Ασύλων και Νοσοκομείων για Ψυχοπαθείς (ΑΜΟΑΗΙ, 1841), το Βασιλικό Κολέγιο Ψυχιάτρων πήρε αυτό το όνομα το 1971. Η Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1901. Η σημαντική αμοιβαία βοήθεια και οι εθελοντι-κές οργανώσεις, όπως οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί (1935), οι Σαμαρίτες (1953), θα πρέπει επίσης να περιληφθούν σ’ αυτό το σύντομο πορτραίτο, όπως θα πρέπει να περιληφθεί και η παράλληλη ύπαρξη των προσωπικών κοινωνικών υπηρεσιών και η παράδοση της δουλειάς της με διάφορες περιπτώσεις που αντικαθρέφτιζε πιστά τις εξελίξεις στη συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία.

Θεωρητικά, η ψυχοθεραπεία και η συμβουλευτική εξελίσσονται διαρκώς, θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι εξελίσσονται και πολύ παραγωγικά, με σημαντικές αφετηρίες την ψυχαναλυτική θεωρία και την πρακτική, όπως παρατηρούνται από τις πρώτες τους ημέρες. Ο Jung και ο Adler ήταν από τους πρώτους που αποσχίστηκαν από τον Freud και παρόμοια σχίσματα, φράξιες και εξελίξεις, παρατηρούνται σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ψυχοθεραπείας. Έτσι εξηγείται η ανάπτυξη αυτών που σήμερα πιστεύεται ότι είναι περισσότερες από 400 σχολές (γνωστές και ως θεωρητικές κατευθύνσεις, προσεγγίσεις, τίτλοι) θεραπείας. Το ερώτημα γύρω από το κατά πόσον τέτοια αφθονία είναι επιθυμητή και προς το συμφέρον του πελάτη, πρέπει να απαντηθεί από σκεπτόμενους λειτουργούς. Και πράγματι το κίνημα της ενσωμάτωσης, που ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1980, εκπροσωπεί το κοινό ενδιαφέρον για σύγκλιση. Μια περίληψη αυτής της αναγκαστικά συνεπτυγμένης ιστορίας των γεγονότων, παρουσιάζεται στον Πίνακα 1. Οι αναγνώστες ίσως θελήσουν να συμβουλευθούν και τους Dryden (1997), Ellenberger (1970) και Feltham (1995).

Συναφή επαγγέλματα

Οι περισσότεροι (αλλά σίγουρα όχι όλοι) θα συμφωνούσαν ότι η Συμβουλευτική και η Ψυχοθεραπεία –στο σημείο που είναι επαγγέλματα ή νεοεμφανιζόμενα επαγγέλματα– αποτελούν μέρος των επαγγελμάτων υγείας. Παρ’ όλο που ο Freud πολέμησε για να αναγνωριστεί η ψυχανάλυση σαν κάτι ξεχωριστό από την ιατρική και ο Rogers παρομοίως πολέμησε με συναδέλφους της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας, οι ψυχολογικές θεραπείες σήμερα ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την προώθηση της πνευματικής υγείας και τη μείωση των πνευματικών ασθενειών, ακόμα και εκεί που δεν χρησιμοποιούνται αυτοί οι όροι και όπου οι λειτουργοί ασπάζονται πρόσθετους ή διαφορετικούς στόχους, όπως η προσωπική ανάπτυξη και εξέλιξη, η ψυχο-εκπαίδευση κ.ο.κ. Οι σύμβουλοι βρίσκονται συνεπώς σε κλάδους υγείας και κοινωνικής μέριμνας, μαζί με τους ψυχοθεραπευτές, τους κλινικούς και συμβουλευτικούς ψυχολόγους, τους ψυχιάτρους και τους νοσηλευτές ψυχιατρείων. Μία δεύτερη ομάδα σχετικών επαγγελμάτων περιλαμβάνει τους κοινωνικούς λειτουργούς, τους επιμελητές, τους λειτουργούς της πρόνοιας, τους διευθυντές προσωπικού, τους λειτουργούς επαγγελματικού προσανατολισμού, τους θεραπευτές εργασίας, τους λογοθεραπευτές, καθώς και τους θεραπευτές επικοινωνίας, τους ψυχολόγους υγείας και εργασίας κ.ο.κ. Οι δάσκαλοι, οι νοσοκόμοι, οι ιερείς και άλλοι στους κλάδους της μέριμνας, έχουν συχνά στενά συνδεόμενες λειτουργίες. Μέλη των παραπάνω ομάδων, οι οποίες αποκαλούνται ορισμένες φορές και «επαγγέλματα πυρήνα», έχουν θεωρηθεί καλοί υποψήφιοι για εκπαίδευση στη συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία και χαρακτηριστικά δείγματα περιλαμβάνουν μέλη αυτών των ομάδων.

Κάθε επαγγελματική ομάδα έχει το δικό της επαγγελματικό σώμα, την ιστο-ρία και τις παραδόσεις εκπαίδευσης και επίβλεψης. Καθεμιά έχει καθορισμέ-να καθήκοντα, που διαφέρουν εμφανώς από εκείνα των άλλων, ανάλογα με το πλαίσιο και την ομάδα των πελατών. Οι ικανότητες συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας χρησιμοποιούνται σε ορισμένους βαθμούς σε όλα αυτά τα επαγγέλματα και εκεί όπου μεμονωμένοι λειτουργοί κατέχουν διπλή ή πολ-λαπλή εξειδίκευση (για παράδειγμα ένας κοινωνικός λειτουργός μπορεί να εξασκηθεί στην οικογενειακή θεραπεία), μπορούν να παράσχουν επίσημα και θεραπευτικές υπηρεσίες. Ωστόσο, η BAC και άλλα κλινικά προσανατολισμένα σώματα παλεύουν για να δοθεί έμφαση στη διάκριση μεταξύ συμπτωματι-κής, άτυπης, μεταβατικής ή χωρίς εκπαίδευση και χωρίς συμβόλαιο χρήσης των συμβουλευτικών ικανοτήτων και της πειθαρχημένης, μετά συμβολαίου, ηθικά προστατευόμενης, επίσημης συμβουλευτικής ή ψυχοθεραπείας. Ο Parry (1996) κάνει διάκριση μεταξύ:

  • Τύπος Α: της ψυχολογικής θεραπείας ως ολοκληρωμένου στοιχείου της μέριμνας για την ψυχική υγεία.
  • Τύπος Β: της εκλεκτικής ψυχολογικής θεραπείας και της συμβουλευτικής.
  • Τύπος Γ: της επίσης ψυχοθεραπείας.

Οι προαναφερθείσες ομάδες σχετίζονται επίσης και με εκείνους που εξασκούν τις λεγόμενες συμπληρωματικές θεραπείες (που συχνά θεωρούν τη δουλειά τους σαν ολιστική θεραπεία / θεραπεία νου-σώματος), συμπεριλαμβανομένων των εξής: βελονισμού, ομοιοπαθητικής, ρεφλεξολογίας, αρωματοθεραπείας, Τεχνικής Αλεξάντερ, πνευματικής θεραπείας, οστεοπαθητικής, φυσιοπαθητικής, ανθοϊαματικής μεθόδου Μπαχ κλπ. Και πάλι, οι λειτουργοί μπορούν μερικές φορές να έχουν διπλές εξειδικεύσεις και να εξασκούν εναλλάξ ή συγχρόνως την ψυχολογική θεραπεία και τις σωματικές ή αισθησιακές θεραπείες, στηριζόμενοι στα σωστά συμβόλαια (Sills, 1997). Οι διαφωνίες σχετικά με τα δικαιώματα ορισμένων από αυτές τις ομάδες για φιλοδοξίες επαγγελματικού κύρους, δεν μπορούν να αγνοηθούν. Σχετικά με τις διαφορές μεταξύ των τίτλων εκείνων που ασχολούνται σε στενά συνδεδεμένα θεραπευτικά επαγγέλματα και των θεωρούμενων ξεχωριστών ικανοτήτων και αποτελεσματικότητάς τους, βλέπε James και Palmer (1996). Αντιτιθέμενο στην τάση για επαγγελματισμό –που μερικές φορές θεωρείται σαν είδος θεραπείας άχρηστα γραφειοκρατικό– είναι το Δίκτυο Ανεξάρτητων Επαγγελματιών (ΙΡΝ).

https://opencounselling.gr/wp-content/uploads/2023/03/ti-einai-i-simvouleutiki-6.jpg
https://opencounselling.gr/wp-content/uploads/2023/03/ti-einai-i-simvouleutiki-5.jpg

Σύντομη ανασκόπηση των αξιών της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας

https://opencounselling.gr/wp-content/uploads/2023/03/ti-einai-i-simvouleutiki-7.jpg

Οι κυρίαρχες αξίες –και η επαγγελματική ηθική που πηγάζει από αυτές– της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας, μπορούν να συνοψιστούν στις έννοιες της ακεραιότητας, της αμεροληψίας και του σεβασμού (Bond, 1993). Αυτές συνδέονται κατά τον Bond με αξιώματα της φιλοσοφίας της ηθικής: αγαθοεργία (ενδιαφέρον για το ευρύτερο καλό), μη κακεντρέχεια (το να προκαλεί κανείς το λιγότερο δυνατό κακό), δικαιοσύνη (ενδιαφέρον για το δίκαιο) και σεβασμός στην αυτονομία (την καλύτερη επιλογή για όλους). Αυτές οι αξίες δεν είναι απαλλαγμένες από προβλήματα, ωστόσο, αφού στην πράξη, υπάρχουν μερικές φορές συγκρούσεις ανάμεσα (για παράδειγμα) στις επιθυμίες ενός πελάτη και στις πιθανές καταστροφικές για τον ίδιον συνέπειες. Επίσης, συμβαίνει μερικές φορές αυτό που ίσως είναι επαγγελματικά ηθικό και επιθυμητό να θεωρείται κοινωνικά ανεπιθύμητο ή να αμφισβητείται από τους άλλους. Έτσι, οι στόχοι της ατομικής αυτονομίας και της αυτο-πραγμάτωσης, που θεωρούνται από πολλούς συγγραφείς σαν κεντρικές αξίες της ψυχοθεραπείας (π.χ. Holmes και Lindley, 1989), έχουν επικριθεί από ορισμένους κοινωνιολόγους ότι οδηγούν σε μία «εμμονή με την αυτονόμηση», σε υπονόμευση της κοινωνικής υπευθυνότητας και σε πολιτιστική αναισθησία. Είναι συνεπώς σημαντικό να έχουμε κατά νου, ότι αυτό που συχνά αποκαλούμε επαγγελματική ηθική (όπως εκφράζεται στους κώδικες του επαγγέλματος), δεν συνάδει αναγκαστικά με την κοινωνική ηθική.

Από βασικές αρχές βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι σύμβουλοι και οι ψυχοθεραπευτές εκτιμούν τη μη κριτική όσον αφορά στους πελάτες, ότι οφείλουν στους πελάτες τους το καθήκον να ενδιαφέρονται γι’ αυτούς (μένοντας ταυτόχρονα αναγκαστικά απόμακροι μέχρι ορισμένου σημείου σε κάθε περίπτωση) και ότι σκοπός τους είναι το τελικό καλό του πελάτη, σε ισορροπία με τις επιλογές του ίδιου του πελάτη. Λόγω του βάρους που δίνεται στο σεβασμό προς την αυτοδιαχείριση, οι περισσότεροι λειτουργοί απορρίπτουν εκείνους τους πελάτες που έχουν πιεστεί να ακολουθήσουν θεραπεία, εκείνους που εξακολουθούν τη θεραπεία ενώ θα ήθελαν να τη διακόψουν και υποστηρίζουν το αξίωμα της πλήρους αποδοχής των θεραπευτικών διαδικασιών.

Όλα τα επαγγελματικά σώματα αυτού του κλάδου έχουν τους δικούς τους κώδικες δεοντολογίας και εξάσκησης, ασχολούμενα συνήθως με θέματα ασφάλειας, συμβολαίων, ικανότητας, εχεμύθειας, ορίων, νόμων, διαφήμισης, καταγγελιών κ.ό.κ. Υπάρχουν ελάχιστες συγκεκριμένες απαγορεύσεις, παρ’ όλο που η σεξουαλική επαφή με πελάτη, η εκμετάλλευση πελατών και η καταπάτηση του απορρήτου είναι απαγορεύσεις κοινές για όλα τα επαγγελματικά σώματα. Παρ’ όλα αυτά, συχνά αυθεντικές και έγκυρες διαφορές αξιών υφίστανται μεταξύ μελών διαφορετικών επαγγελματικών σωμάτων (και δικτύων, όπως το ΙΡΝ, που είναι αντίθετα στον επαγγελματισμό) και μεταξύ διαφορετικών θεωρητικών ομάδων. Η κατανόηση και η επεξεργασία των ιδρυτικών φιλοσοφικών προϋποθέσεων των θεραπευτών υπήρξε μία περιοχή θεωρίας και εκπαίδευσης, που χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να ωριμάσει (Erwin, 1997).

* Ο Colin Feltham είναι καθηγητής συμβουλευτικής στο πανεπιστήμιο Sheffield Halam και έχει επιμεληθεί το βιβλίο Οδηγός Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας, εκδόσεις Π. Ασημάκης. (επιμελημένο κείμενο).